Ez az oldal sütiket használ

A portál felületén sütiket (cookies) használ, vagyis a rendszer adatokat tárol az Ön böngészőjében. A sütik személyek azonosítására nem alkalmasak, szolgáltatásaink biztosításához szükségesek. Az oldal használatával Ön beleegyezik a sütik használatába.

Engonopulosz, Nikosz: Bolivár (részletek) (Μπολιβάρ (λεπτομέρειες) Magyar nyelven)

Engonopulosz, Nikosz portréja
Papp Árpád portréja

Vissza a fordító lapjára

Μπολιβάρ (λεπτομέρειες) (Görög)

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
 τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,

Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.

Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!

Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας
μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε
στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν
τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

Μην ταραχθή κανείς. Κάτω εκεί, νά, η λίμνη.
Από δω θα περάσουν, πέρ’ απ’ τις καλαμιές.
Υπομονευτήκαν οι δρόμοι: έργο και δόξα του Χορμοβίτη,
του ξακουστού, του άφταστου στα τέτοια.
Στις θέσεις σας όλοι. Η σφυρίχτρα ηχεί!
Ελάτες, ελάτε, ξεζέψτε. Ας στηθούν τα κανόνια,
καθαρίστε με τα μάκτρα τα κοίλα,
τα φυτίλια αναμμένα στα χέρια,
Τα τόπια δεξιά. Βρας!
Βρας, αλβανιστί φωτιά: Μπολιβάρ!

Κάθε κουμπαράς, π’ εξεσφενδονιζόταν κι άναφτε,
Είταν κι ένα τριαντάφυλλο για τη δόξα του μεγάλου στρατηγού,
Σκληρός, ατάραχος ως στέκονταν μέσα στον κορνιαχτό
και την αντάρα,
Με το βλέμμ’ ατενίζοντας προς τ’ αψηλά, το μέτωπο στα νέφη,
Κι είταν η θέα του φριχτή: πηγή του δέους, του δίκιου
δρόμος, λυτρώσεως πύλη.

Κι εδώ πρέπει ιδιαιτέρως να εξαρθή ότι ο Μπολιβάρ
δεν εφοβήθηκε, δε «σκιάχτηκε» που λεν, ποτέ,
Ούτε στων μαχών την ώρα την πιο φονικιά, ούτε στης
προδοσίας, της αναπόφευκτης, τις πικρές μαυρίλες.

Λένε πως γνώριζε από πριν, με μιαν ακρίβεια
αφάνταστη, τη μέρα, την ώρα, το δευτερόλεφτο ακόμη:
τη στιγμή,
Της Μάχης της μεγάλης που είτανε γι’ αυτόνα μόνο,
Κι όπου θε νάτανε αυτός ο ίδιος στρατός κι εχθρός,
ηττημένος και νικητής μαζί, ήρωας τροπαιούχος
κι εξιλαστήριο θύμα.

Κι αν χάθηκε, αν ποτές χάνετ’ ένας Μπολιβάρ! που
σαν τον Απολλώνιο στα ουράνια ανελήφθη,
Λαμπρός σαν ήλιος έδυσε, μέσα σε δόξα αφάνταστη,
πίσω από βουνά ευγενικά της Αττικής και του Μορέως.

Αν η νύχτα, αργή να περάση,
Παρηγόρια μάς στέλνει τις παλιές τις σελήνες,
Αν στου κάμπου τα πλάτη φαντασμάτων σκοτάδια
Λυσικόμους παρθένες μ’ αλυσίδες φορτώνουν,
Ήρθ’ η ώρα της νίκης, ήρθε ώρα θριάμβου.
Εις τα σκέλεθρα τ’ άδεια στρατηγών πολεμάρχων
Τρικαντά θα φορέσουν που ποτίστηκαν μ’ αίμα,
Και το κόκκινο χρώμα πούχαν πριν τη θυσία
Θα σκεπάση μ’ αχτίδες της σημαίας το θάμπος.



FeltöltőP. T.
Az idézet forrásahttp://latistor.blogspot.hu

Bolivár (részletek) (Magyar)

A nagyokhoz, a szabadokhoz, a bátrakhoz, az erősekhez
a nagy, a szabad, a bátor, az erős szavak a méltók,
őket szolgálja minden elem, a csönd, őérettük a könnyek,
őérettük a fároszok, olajágak, a jelzőlámpák,
mik az imbolygó árbocokkal himbálóznak együtt, és teliírják
a kikötők sötét égboltozatát,
őérettük a halomba rakott üres hordók a kikötők
legszűkebb sikátorában
őérettük a fehér kötéltekercsek és a láncok, a horgonyok
meg a sok többi szerszám
a petróleum ingerlő szagában -
hogy hajót szereljenek fel, tengerre szálljanak, elinduljanak
hasonlatosképpen a villamoshoz, mely nekivág üresen
és teljes kivilágításban a városszéli éj csöndjének,
egyetlen úticélja: a csillagok!

Őróluk szólok ihlet-diktálta, szép szavakat,
ahogyan befészkelték magukat felbolydult lelkem legmélyére -
szigorú és nemes alakotokról, Odisszeosz Andrucosz és
Simon Bolivár!

Bolivár! Érc- és fanév, Dél Amerika kertjeinek virága!
Virágok jóságos hatalmával szívedben, hajadban és
tekintetedben!
Nagy volt a szíved, akár a kezed osztogatta, számlálatlan,
mind a jót, mind a rosszat.
A hegyekbe rontottál, s belereszkettek a csillagmiriádok,
aztán a mezőkre zúdultál, merő aranyban, medállal,
csillagocskákkal, kitüntetésekkel borítottan -
rangod jeleivel

nyakadban keresztben a puska, melled födetlen, tested merő seb,
leültél anyaszült meztelen egy alacsony, tengerparti kőre,
hadd jöjjenek és fessenek ki a harcba induló indiánok
szokása szerint
mésszel, félig fehérre, félig kékre, hogy emlékeztess
az elhagyott kis kápolnára ott Attika partján
az elhagyott makedón város királyi épületére

Bolivár! Valóság voltál s az is maradtál, nem pedig álom.
Mindannyiszor, mikor a durva vadászok büszke sasokat s más
ragadozó madarakat és vadakat szögeznek
őserdei kunyhójuk deszkaajtajára
felneszelsz és kiáltozol és vergölődöl -

Te magad vagy a kalapács, a szög és a vadmadár is.
Bolivár! kemény szikladarabbal karcolom neved a kőbe,
mert elzarándokolnak majd ide az emberek seregestül,
szikrák pattognak, miközben vésem - beszélik, ilyen voltál
magad is,
s mintha tüzet fogna kezem a napsütésben.

Caracasban láttad meg a napvilágot - s Te magad voltál a fény
forrása, hiszen mindaddig keserű sötétség
borult Latin-Amerikára.
A te neved immár - égő fáklya: bevilágítja Amerikát - Délt
csakúgy, mint Északot és a Nagyvilágot!

Két szemgödrödből ered az Amazon és az Orinocó,
égbeszökő hegységek talapzata a hátad,
az Andok sora gerincoszlopod.
Fejed tetején, hős, vadlovak száguldoznak és vadbivalyok,
Argentína kincse.
Ágyékodon végtelen kávéültetvények bozótja sötétlik.

Ha megszólalsz - ijesztő földrengések rázkódtatják meg a világot
Patagónia kopár sivatagjaitól a tarka pompájú szigetekig,
vulkánok törnek ki Peruban, s dühük az egekre okádják,
rázkódik a föld mindenütt és reszketnek az ikonok Kasztoriában
a tó melletti hallgatag városban -
szép, már-már görög vagy, Bolivár!

Ne rémüldözzetek! Amodalent a tó.
Erre vonulnak el majd, a nád mögött...
Mindenki a helyére. A sípjel!
Mozgás, le a lóról! Az ágyukhoz! Kanócot a kézbe!
Irányzék jobbra! Tűz!
Az az albániai tűz, Bolivár!

Minden egyes gránát, mely ezernyi szirmot bontva robbant,
a nagy hadvezér egy-egy vállrózsája is volt,
miközben ő maga szilárdan, rendületlen állt a porban és
zűrzavarban,
magasba emelt tekintettel, felhők közt homlokával,
nézése ijesztő: tisztelet forrása, igazság útja,
megváltás kapuja.

Hadd szóljak arról is: sohasem félt, sohasem vesztette el
méltóságát, ahogy mondani szokták,
sem az ütközet öldöklő pillanatában, sem az elkerülhetetlen
árulás keserű árnyai közt.

Beszélik, hihetetlenül pontosan tudta előre
az egyedül csak őrá tartozó Nagy Összecsapás
napját, óráját, szinte a percét, pillanatát,
melyben ő maga mind a két fél, ő maga a legyőzött és a
győztes, a megdicsőült hős és kétkedő áldozat

és amikor elpusztult - ha ugyan elpusztulhat egy Bolivár, aki
miként Apollón, felragadtatott az egekbe,
úgy szállt alá, akár a nap, teljes dicsősége bíborában,
Attika és Morea vakmerő, szabad hegyei mögött.

Ha sehogy sem akar vége-szakadni az éjnek,
régi holdakat gördít elő vigaszunkra,
ha a mezők térségein kísértetek sötét csapata
vonul át, szűzek nehéz láncokra verve,
közeleg a győzelem, diadal ideje,
a hadvezérek üres koponyájába
muskátlit ültetnek majd, vérrel öntözöttet
és a piros színt, mely az áldozat színe volt azelőtt,
elfödi majd a zászló kék-fehér sugaras derűjével.



FeltöltőP. T.
Az idézet forrásaP. Á.

Kapcsolódó videók


minimap